Actions

Modern-greek-1453 Language Modern-greek-1453 Grammar: Synonyms Antonyms

From Polyglot Club WIKI

< Language‎ | Modern-greek-1453‎ | Grammar
This lesson can still be improved. EDIT IT NOW! & become VIP
Rate this lesson:
5.00
(2 votes)

Fa18cac22d6a9c8c2d069bdbf47a0b33.jpg
Synonyms and Antonyms in Greek

English[edit | edit source]

An antonym is a word that means the opposite of another word. For instance, the antonym of 'hot' can be "cold".

The root words for the word 'antonym' are the words "anti", meaning 'against' or 'opposite,' and "onym" meaning "name".

In order to better understand antonyms, let's take a look at what the word "synonym" means.

A synonym is a word that has a similar meaning to or exactly the same meaning as another word.

Français[edit | edit source]

Un antonyme est un mot qui signifie le contraire d'un autre mot. Par exemple, l'antonyme de "chaud" est le mot "froid".

Les mots racines du mot «antonyme» sont les mots "anti", signifiant "contre" ou "opposé" et "onym", signifiant "nom".

Afin de mieux comprendre les antonymes, voyons ce que signifie le mot "synonyme".

Un synonyme est un mot qui a une signification similaire ou exactement la même signification qu'un autre mot.

Ελληνικά[edit | edit source]

Ένα αντώνυμο είναι μια λέξη που σημαίνει το αντίθετο μιας άλλης λέξης. Για παράδειγμα, το αντώνυμο για το "ζεστό"  είναι το "κρύο".

Η ετυμολογία της λέξης "αντώνυμο" προέρχεται από τις λέξεις "αντι", που σημαίνει "ενάντια" ή "αντίθετο" και "όνομα".

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τα ανώνυμα, ας δούμε τι σημαίνει η λέξη "συνώνυμο".

Ένα συνώνυμο είναι μια λέξη που έχει παρόμοιο νόημα ή ακριβώς το ίδιο νόημα με μια άλλη λέξη.

Synonyms[edit | edit source]

Παπάς : padre / père   ιερέας : priest / prêtre
λευκός : white / blanc άσπρος : white / blanc  
μπαμπάς : dad / papa πατέρας : father / père

Antonyms[edit | edit source]

Ψηλός : tall /grand Κοντός : short  / petit
Πλούσιος : rich / riche Φτωχός : poor / pauvre
Όμορφος : beautiful / beau άσχημος : ugly / laid
Πάνω : upward / haut Κάτω : low / bas
Γεμίζω : to fill  / faire remplir Αδειάζω : to empty  / vider
Ανεβαίνω : to ascend / monter Κατεβαίνω : to descend / descendre
  • Ευγενική χορηγία που στοχεύει να βοηθήσει μαθητές ή μη, απανταχού της Γης, που επιδίδονται στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας!!!
  • Contribution bénévole visant à aider les personnes, partout dans le monde, qui sont engagées dans l'apprentissage de la langue grecque !!!
  • Voluntary contribution aimed at helping people, all over the world, who are committed to learning the Greek language !!!  

Contributors

Marianthi, Vincent and Marianth


Create a new Lesson