Modern-greek-1453 Language Modern-greek-1453 Vocabulary: Medical terminology Greek

From Polyglot Club WIKI

< Language‎ | Modern-greek-1453‎ | Vocabulary
This lesson can still be improved. EDIT IT NOW! & become VIP
Rate this lesson:
(2 votes)

Greek Medical terminology
English Greek
The people with agoraphobia often have a hard time feeling safe in any public place, especially where crowds gather. Τα άτομα με αγοραφοβία συχνά δυσκολεύονται να αισθανθούν ασφαλή σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο, ειδικά εκεί που συγκεντρώνονται πλήθη.
Pain in the head his name is cephalalgy (cephalalgia) Ο πόνος στο κεφάλι λέγεται κεφαλαλγία
Acute inflammation of the larynx, it is laryngitis Η οξεία φλεγμονή στο λάρυγγα, είναι η λαρυγγίτιδα
Hysterectomy is the removal of the uterus Υστερεκτομή είναι η αφαίρεση της μήτρας
The term pneumopathy refers to all diseases of the lung Ο όρος πνευμοπάθεια αναφέρεται στις παθήσεις του πνεύμονα
When one is afraid of being in a closed place, he is claustophobic Όταν κάποιος φοβάται να βρίσκεται σε κλειστό μέρος, είναι κλειστοφοβικός
Some products are said to be carcinogenic, because they can cause cancer. Ορισμένα προϊόντα λέγεται ότι είναι καρκινογόνα, επειδή μπορούν να προκαλέσουν καρκίνο.
I am the scientist who studies the properties and diseases of the blood, C to D a hematologist Είμαι ο επιστήμονας που μελετά τις ιδιότητες και τις ασθένειες του αίματος,  δηλαδή αιματολόγος
A newborn, suffers from erythema on the buttocks, he has diaper rash. Ένα νεογέννητο, υποφέρει από ερυθρότητα στους γλουτούς : ‘Εχει εξάνθημα από την πάνα
An ethylic (alcoholic) coma is a condition caused by alcohol abuse. Το αλκοολικό κώμα, είναι μια κατάσταση που προκαλείται από την κατάχρηση αλκοόλ.
Osteoarthritis is the result of chronic rheumatism of the hip Η οστεοαρθρίτιδα είναι αποτέλεσμα χρόνιων πόνων  του ισχίου
The baby was born with 6 toes on the left foot, he has what is called polydactyl Το μωρό γεννήθηκε με 6 δάχτυλα στο αριστερό πόδι, έχει αυτό που λέγεται πολυδακτυλία
Difficulty breathing resulting in shortness of dyspnea Δυσκολία στην αναπνοή, με αποτέλεσμα δύσπνοια
I have a partial or total loss of the ability to remember short or long term events, I have amnesia Έχω μερική ή ολική απώλεια της ικανότητας να θυμάμαι βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα γεγονότα, έχω αμνησία
I have stones in the left kidney, I have nephrolithiasis. Έχω πέτρες στον αριστερό νεφρό, έχω νεφρολιθίαση.

Author[edit source]


  • Ευγενική χορηγία που στοχεύει να βοηθήσει μαθητές ή μη, απανταχού της Γης, που επιδίδονται στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας!
  • Contribution bénévole visant à aider les personnes, partout dans le monde, qui sont engagées dans l'apprentissage de la langue grecque !
  • Voluntary contribution aimed at helping people, all over the world, who are committed to learning the Greek language! 


Create a new Lesson