Actions

Modern-greek-1453 Language Modern-greek-1453 Grammar: Various Greek linguistic terms

From Polyglot Club WIKI

< Language‎ | Modern-greek-1453‎ | Grammar
This lesson can still be improved. EDIT IT NOW! & become VIP
Rate this lesson:
5.00
(3 votes)

Glwssiki-poikilotita cover.jpg

Various Greek linguistic terms[edit | edit source]

English Greek
word η λέξη
tenses οι χρόνοι
clause, sentence η πρόταση
main clause/sentence η κύρια πρόταση
augment η αύξηση
conclusion, ending η κατάληξη
stem το θέμα
particle το μόριο
moods οι εγκλίσεις
subject το υποκείμενο
predicate το κατηγορούμενο
object το αντικείμενο
singular ενικός αριθμός
plural πληθυντικός αριθμός
male αρσενικός, -ή, -ό
female θηλυκός, -ή, -ό
neuter ουδέτερος, -η, -ο
declension η κλίση (ονομάτων,επιθέτων ..)
conjugation κλίση ( ρημάτων)
diminutive το υποκοριστικό

Tense[edit | edit source]

English Greek
present tense ο ενεστώτας
imperfect ο παρατατικός
aorist (simple past) ο αόριστος
future ο μέλλοντας
perfect ο παρακείμενος
pluperfect ο υπερσυντέλικος
future perfect ο συντελεσμένος μέλλοντας

Moods[edit | edit source]

English Greek
indicative οριστική έγκλιση
subjunctive υποταχτική
imperative προστακτική
infinitive απαρέμφατο

Cases[edit | edit source]

English Greek
nominative ονομαστική
genitive γενική
dative δοτική
accusative αιτιατική
vocative κλητική

Voices[edit | edit source]

English Greek
active voice η ενεργητική φωνή
passive voice η παθητική φωνή

 Part of speech[edit | edit source]

English Greek
verb το ρήμα
link verb συνδετικό ρήμα
auxiliary verb βοηθητικό ρήμα
regular verb ομαλό ρήμα
irregular verb ανώμαλο ρήμα
transitive verbs μεταβατικά ρήματα
intransitve verbs αμετάβατα ρήματα
article άρθρο
definite article οριστικό άρθρο
indefinite article αόριστο άρθρο
noun όνομα
substantive ουσιαστικό
adjective επίθετο
numeral αριθμητικό
cardinal απόλυτο αριθμητικό
ordinal τακτικό αριθμητικό
definite/indefinite cardinal οριστικό/αόριστο απόλυτο αριθμητικό
definite/indefinite ordinal οριστικό/αόριστο τακτικό αριθμητικό
conjunction σύνδεσμος
preposition πρόθεση
adverb επίρρημα
pronoun η αντωνυμία
personal pronoun προσωπική αντωνυμία
possessive pronoun κτητική αντωνυμία
demonstrative pronoun δεικτική αντωνυμία
interrogative pronoun ερωτηματική αντωνυμία
relative pronoun αναφορική αντωνυμία
reflexive pronoun αυτοπαθή αντωνυμία
interjection το επιφώνημα

 Phonological terms[edit | edit source]

English Greek
vowel το φωνήεν
consonant το σύμφωνο
accent τόνος
phonetic φωνητική
pronunciation η προφορά
sound ο φθόγγος
diphthong ο δίφθογγος

 Participle[edit | edit source]

English Greek
participle η μετοχή
present participle μετοχή ενεστώτα
past participle μετοχή παρακειμένου

 Degrees of comparison[edit | edit source]

English Greek
degrees of comparison παραθετικά
positive degree Θετικός βαθμός
comperative Συγκριτικός βαθμός
superlative Υπερθετικός βαθμός
relative superlative σχετικός υπερθετικός βαθμός
absolute superlative απόλυτος υπερθετικός βαθμός


  • Ευγενική χορηγία που στοχεύει να βοηθήσει μαθητές ή μη, απανταχού της Γης, που επιδίδονται στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας!
  • Contribution bénévole visant à aider les personnes, partout dans le monde, qui sont engagées dans l'apprentissage de la langue grecque !
  • Voluntary contribution aimed at helping people, all over the world, who are committed to learning the Greek language!  

Contributors

Vincent and Marianth


Create a new Lesson