Actions

Modern-greek-1453 Language Modern-greek-1453 Grammar: Greek voices verbs Φωνή και συζυγίες ρημάτων

From Polyglot Club WIKI

< Language‎ | Modern-greek-1453‎ | Grammar
This lesson can still be improved. EDIT IT NOW! & become VIP
Rate this lesson:
5.00
(2 votes)

3.jpg
B1c689d891fe5a47645b0f3b80e65081.jpg

Verbs are words that state something about the subject of the sentence and may express action, event, or condition.

The citation form of the Greek verb is denoted by the 1st person singular of the simple present tense.


Greek has two voices: the active voice, when the subject performs the action expressed by the verb and the passive voice, when the subject undergoes the action, tense and mood.

Deponent verbs are verbs which are Passive in form, but are Active in meaning.


Eg :

  • Δέχομαι : accept, receive
  • έρχομαι : come/go
  • εργάζομαι : work
  • προσεύχομαι : pray


Each person either in singular or in plural has a clearly distinguished ending. The second person plural is also used as the polite form.

Personal pronouns before the berb: The use of personal pronouns before the verbs is not obligatory in Greek. Nevertheless personal pronouns may be used for emphatic reasons.


The verb "λύω" (to solve) in active voice[edit | edit source]

    Οριστική - Indicative Mood Υποτακτική - Subjunctive Mood Προστακτική

Imperative Mood

Απαρέμφατο

Participle

Ενεστώς

Present

λύω να λύω - -
λύεις να λύεις λύε
λύει να λύει -
λύομε / λύουμε  να λύομε / να λύουμε  -
λύετε να λύετε λύετε
λύουν  να λύουν / να λύουνε -
Παρατατικός

Imperfect

έλυα  - - -
έλυες - -
έλυε - -
λύαμε / ελύομε - -
λύατε / ελύετε - -
έλυαν  - -
Αόριστος

Simple past

έλυσα να λύσω - λύσει
έλυσες  να λύσεις  λύσε
έλυσε  να λύσει  -
λύσαμε / ελύσαμε να λύσομε / να λύσουμε  -
λύσατε / ελύσατε να λύσετε λύσετε / λύσατε
έλυσαν να λύσουν / να λύσουνε -
Παρακείμενος

present perfect

έχω λύσει να έχω λύσει - -
έχεις λύσει να έχεις λύσει -
έχει λύσει να έχει λύσει -
έχουμε λύσει να έχουμε λύσει -
έχετε λύσει να έχετε λύσει -
έχουν λύσει να έχουν λύσει -
Υπερσυντέλικος

past perfect

είχα λύσει - - -
είχες λύσει - -
είχε λύσει - -
είχαμε λύσει - -
είχατε λύσει - -
είχαν λύσει - -
Συντελεσμένος μέλ.

The future perfect

θα έχω λύσει - - -
θα έχεις λύσει - -
θα έχει λύσει - -
θα έχουμε λύσει - -
θα έχετε λύσει - -
θα έχουν λύσει - -
εξακολουθητικός μέλ.

future continuous

θα λύω - - -
θα λύεις - -
θα λύει - -
θα λύομε / θα λύουμε  - -
θα λύετε - -
θα λύουν / θα λύουνε - -
συνοπτικός μέλλων

simple future

Future

θα λύσω - - -
θα λύσεις  - -
θα λύσει  - -
θα λύσομε / θα λύσουμε  - -
θα λύσετε - -
θα λύσουν / θα λύσουνε - -


The verbe « λύομαι » (to untie) in passive voice[edit | edit source]

    Οριστική - Indicative Mood Υποτακτική - Subjunctive Mood Προστακτική

Imperative Mood

Απαρέμφατο

Participle

Ενεστώς

Present

λύομαι να λύομαι - -
λύεσαι να λύεσαι -
λύεται να λύεται -
λυόμαστε  να λυόμαστε  -
λύεστε  να λύεστε  λύεστε / λύεσθε
λύονται να λύονται -
Παρατατικός

Imperfect

λυόμουν  - - -
λυόσουν  - -
λυόταν  - -
λυόμαστε  - -
λυόσαστε  - -
λύονταν  - -
Αόριστος

Simple past

λύθηκα  να λυθώ  - λυθεί 
λύθηκες  να λυθείς  λύσου
λύθηκε  να λυθεί  -
λυθήκαμε  να λυθούμε  -
λυθήκατε  να λυθείτε  λυθείτε 
λύθηκαν  να λυθούν / να λυθούνε -
Παρακείμενος

present perfect

έχω λυθεί να έχω λυθεί - -
έχεις λυθεί να έχεις λυθεί -
έχει λυθεί να έχει λυθεί -
έχουμε λυθεί να έχουμε λυθεί -
έχετε λυθεί να έχετε λυθεί -
έχουν λυθεί να έχουν λυθεί -
Υπερσυντέλικος

past perfect

είχα λυθεί - - -
είχες λυθεί - -
είχε λυθεί - -
είχαμε λυθεί - -
είχατε λυθεί - -
είχαν λυθεί - -
Συντελεσμένος μέλ.

The future perfect

θα έχω λυθεί - - -
θα έχεις λυθεί - -
θα έχει λυθεί - -
θα έχουμε λυθεί - -
θα έχετε λυθεί - -
θα έχουν λυθεί - -
εξακολουθητικός μέλ.

future continuous

θα λύομαι - - -
θα λύεσαι - -
θα λύεται - -
θα λυόμαστε  - -
θα λύεστε  - -
θα λύονται - -
συνοπτικός μέλλων

simple future

Future

θα λυθώ  - - -
θα λυθείς  - -
θα λυθεί  - -
θα λυθούμε  - -
θα λυθείτε  - -
θα λυθούν / θα λυθούνε



Author[edit source]

Marianthi

  • Ευγενική χορηγία που στοχεύει να βοηθήσει μαθητές ή μη, απανταχού της Γης, που επιδίδονται στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας!
  • Contribution bénévole visant à aider les personnes, partout dans le monde, qui sont engagées dans l'apprentissage de la langue grecque !
  • Voluntary contribution aimed at helping people, all over the world, who are committed to learning the Greek language! 

Contributors

Vincent and Marianth


Create a new Lesson