Actions

Modern-greek-1453 Language Modern-greek-1453 Grammar: Greek Deponent Verbs

From Polyglot Club WIKI

< Language‎ | Modern-greek-1453‎ | Grammar
This lesson can still be improved. EDIT IT NOW! & become VIP
Rate this lesson:
5.00
(one vote)

Απο θετικά.jpg

Greek Deponent Verbs [edit | edit source]

Αποθετικά ρήματα 

English Français Ελληνικά
 Deponent verbs Les verbes déponents  Αποθετικά ρήματα
Deponent verbs have a passive form but an active meaning and

takes its form from voice passive. A deponent verb has no active forms.

* Greek verbs are written in the first-person singular present indicative,

not the present infinitive.

Les verbes déponents ont une forme passive

mais tout en ayant un sens actif .

Un verbe déponent a « abandonné »

ses désinences actives.

Il se conjugue donc au passif sans ayant

la voix active.

Μία από τις κατηγορίες των ρημάτων είναι

τα λεγόμενα Αποθετικά ρήματα επειδή

σχηματίζουν τύπους μόνο στην παθητική

φωνή με κατάληξη -μαι στο πρώτο ενικό

πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα,

αλλά έχουν ενεργητική σημασία

και σχηματίζουν τη μορφή τους από τη παθητική φωνή. Δηλαδή έχουν αποθέσει,

αποβάλει τους τύπους της ενεργητικής φωνής

(κατάληξη στο πρώτο ενικό πρόσωπο

της οριστικής του ενεστώτα). 

Στην πραγματικότητα, τα ρήματα αυτά ουδέποτε

εμφάνισαν τύπους ενεργητικής φωνής.

Paradigm Greek deponent verbs [edit | edit source]

Find more about the moods in the table below

Tenses Εγκλίσεις - Moods Verb Moods  Verb Moods  

 

Ενεστώτας- Present Αόριστος – Aorist (simple past) Υποτακτική Αορίστου

Subjunctive  Aorist

Προστακτική Αορίστου

Imperative Aorist

Μετοχή - Participle
αισθάνομαι :

feel - je ressens

αισθάνθηκα :

felt – je ressentis

να αισθανθώ

felt - que je ressente

αισθάνσου : feel - ressens

αισθανθείτε : feel - ressentez

αισθανόμενος :

felt - ressenti

αρνούμαι : (to deny- nier)

to refuse

je refuse

αρνήθηκα

I refused

je refusai- j’ai refusé

ν’ αρνηθώ :

i refuse

que je refuse

αρνήσου : refuse

αρνηθείτε : refuse - refusez

αρνούμενος :

refused - refusé

ασχολούμαι

I busy

je m'occupe

ασχολήθηκα

I was busy

je m'occupai

να ασχοληθώ

I busied

que je m'occupe

ασχολήσου :

you busy - occupe-toi

ασχοληθείτε :

busy - occupez-vous

ασχολούμενος :

busied – occupé

βαριέμαι :

to get bored

je m'ennuie

βαρέθηκα

I bored

je m'ennuyai

να βαρεθώ

to bore

que je m'ennuie

βαρεθείτε

you bore

ennuyez-vous

 

                 ---------

γεύομαι :

taste - je goûte

γεύτηκα :

Tasted - j'ai goûté

να γευτώ :

taste - que je goûte

γεύσου : taste- goûte

γευτείτε : taste - goûtez

γευόμενος :

tasted - goûté

γεννιέμαι

I am born - je nais

γεννήθηκα

I have born

je naquis (je suis né-e)

να γεννηθώ

that I was born

que je naisse

γεννηθείτε :

you bear - naissez

γεννημένος : borne -  né
γίνομαι

become - je deviens

έγινα :

Become - je suis devenu-e

να γίνω :

I became

que je devienne

γίνε : become – deveins

γίνετε : you become- devenez

γινόμενος :

become - devenu

δέχομαι :

accept - j'accepte

δέχτηκα :

accepted -  j'acceptai

να δεχτώ : that I accept

que j'accepte

δέξου : accept

δεχτείτε : acceptez

δεχόμενος :

accepted - accepté

είμαι : to be – je suis ήμουν : I was – j’étais να είμαι : I be

que je sois

   ----      ----
εργάζομαι :

I work

je travaille

εργάστηκα

I worked

j'ai travaillé

να εργαστώ

i work

que je travaille

εργάσου : work - travaille

εργαστείτε : you work-travaillez

εργαζόμενος :

worked  - travaillé

έρχομαι : come – je viens ήρθα : came - je suis venu-e να έρθω :come -que je vienne έλα : come - viens

ελάτε : come - venez

ερχόμενος : venu
θυμάμαι :

to remember

je me rappelle

θυμήθηκα :

i remembered

je me suis rappelé-e

να θυμηθώ 

I remembered

que je me rappelle

θυμήσου :

remember- rappelle-toi

θυμηθείτε :

remember- rappelez-vous

 

         ---------

κάθομαι :

sit - je m'assois

κάθισα :

I sat - je me suis assis

να καθίσω  or να κάτσω :

I sat - que je m'assoie

κάθισε or κάτσε :

Sat - assois-toi

καθίστε or κάτσετε

Sat - assoyez-vous

 

             -------

κοιμάμαι :

I sleep - je dors

κοιμήθηκα :

I slept - j'ai dormi

να κοιμηθώ :

I slept - que je dorme

κοιμήσου : slept – dors-toi

κοιμηθείτε :

slept – dormez-vous

κοιμισμένος :

slept - dormi

λυπάμαι :

regret- je regrette

λυπήθηκα :

I regretted - j'ai regretté

να λυπηθώ :

regret - que je regrette

λυπήσου : regret - regrette

λυπηθείτε : regrettez

λυπημένος :

regretted - regretté

μιμούμαι : imitate - j'imite μιμήθηκα :

imitated - j'ai imité

να μιμηθώ :

imitated - que j'imite

μιμήσου : imitate - imite

μιμηθείτε : imitate - imitez

μιμούμενος :

imitated - imité

Ξεκουράζομαι :

rest - je me repose

Ξεκουράστηκα :

rested - je me suis reposé

να ξεκουραστώ :

I rest - que je me repose

Ξεκουράσου:

rest - repose-toi

Ξεκουραστείτε :

rest – reposez vous

 

       -----------

προσεύχομαι :

 pray - je prie

προσευχήθηκα :

prayed - j'ai prié

να προσευχηθώ :

pray  - que je prie

προσευχήσου : pray - prie

προσευχηθείτε : pray - priez

προσευχόμενος:

prayed - prié

σκέφτομαι :

think- je pense

σκέφτηκα :

thought - j'ai pensé

να σκεφτώ :

think - que je pense

σκέψου : think- pense

σκεφτείτε : think - pensez

σκεπτόμενος :

thought - pensé

συγκινούμαι :

touch – je touche

Συγκινήθηκα :

touched -  j'ai touché

να συγκινηθώ :

touch - que je touche

συγκινήσου : touch - touche

συγκινηθείτε :

touch - touchez

συγκινημένος :

touched - touché

υπόσχομαι :

I promise

je promets

υποσχέθηκα :

Promised - j'ai promis

να υποσχεθώ :

i promise-

que je promette

υποσχέσου :

promise - promets

Υποσχεθείτε :

promise -  promettez

υποσχόμενος:

promised - promis

 

φαίνομαι :

appear - j'apparais

φάνηκα :

I appeared - j'ai apparu

να φανώ :

I appear -

que j'apparaisse

φανού :

you appear - apparais

φαινόμενος :

appeared - apparu

φοβάμαι :

Fear -  je m’effraie

φοβήθηκα :

feared - je me suis effrayé

να φοβηθώ :

fear : que je m'effraie

φοβού :  fear effraie-toi

φοβηθείτε : effrayez-vous

φοβούμενος or φοβισμένος

frightened - effrayé

χαίρομαι :

Content - je me contente

χάρηκα :

Contented myself

je me suis contenté

να χαρώ :

content - que je me contente

 χαρείτε :

content - contentez-vous

χαρούμενος :

contented - contenté

χρειάζομαι :

need – j’ai besoin

χρειάστηκα :

needed - j'ai eu besoin

να χρειαστώ

that i need - que j'aie besoin

χρειαστείτε :

ayez eu besoin

χρειαζόμενος( pres.)

or

χρειασθείς (aorist)

aie eu besoin (nécessité)

  • Ευγενική χορηγία που στοχεύει να βοηθήσει μαθητές ή μη, απανταχού της Γης, που επιδίδονται στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας!
  • Contribution bénévole visant à aider les personnes, partout dans le monde, qui sont engagées dans l'apprentissage de la langue grecque !
  • Voluntary contribution aimed at helping people, all over the world, who are committed to learning the Greek language!  

Contributors

Vincent and Marianth


Create a new Lesson