Modern-greek-1453 Language Modern-greek-1453 Grammar: Augment in modern Greek

From Polyglot Club WIKI

< Language‎ | Modern-greek-1453‎ | Grammar
This lesson can still be improved. EDIT IT NOW! & become VIP
Rate this lesson:
(one vote)


English: The augment in Greek language[edit | edit source]

The augment in Greek language, is a prefix meaning the past tense. It is normally found in the indicative of past tenses: imperfect and aorist.

The use of the past tense prefix ε- (e-), the so-called augment, shows some variation and irregularity between verbal classes.

In the regular verbs of Greek the prefix is used according to an emphasis rule, which specifies that each verbal form of the past tense; 

the prefix is only inserted whenever the verb would otherwise have less than three syllables.

In these verbs, the increase always appears as έ-.

From the examples in the table above, we observe that:

  • a) the increase, formed by the vowel ε-, adds a syllable in front of a verb with a consonantal initial when it is accented 

Eg. : the verb "πιάνω": to catch

έπιανα, έπιανες, έπιανε, έπιαναν : I was catching, you were catching, he was catching ...

and it is lost when it is not accentuated

  • b) When a syllabic augment occurs in a compound verb, that is, a verb consisting of a prepositional prefix and a root verb, the augment resides of the beginning simple verb, not at the beginning of the preposition. This is called an internal augment.

καλοπιάνω, καλο-έπιανα, καλο-έπιασα : flatter

In this case, the increase is called internal increase. Many times this internal is lost.

Eg. the verb :

  • καλοέπιανα, καλοέπιασα

we can also say:

  • καλόπιανα, καλόπιασα.

Attention : The augment only adds to Indicative mood and gets lost in other modes.

Exceptions[edit | edit source]

A number of common verbs have irregular forms involving other vowels, mainly η- In added, the verbs of the learned tradition partly preserve more complex models inherited from ancient Greek.

a) Verbs starting with a consonant:[edit | edit source]

We said that verbs that start with a consonant, they add an - ε- as an increase. There are verbs

which add -ή- as an increase. Here are the:

θέλω> ήθελα: I want > I wanted   

ξέρω> ήξερα (imperf.) :  I know (no aorist)

πίνω> ήπια: I drink

βρίσκω> έβρισκα or ήβρα (παλιότερος τύπος) : I find> I found or I found (old type)

b) Verbs starting with a vowel:[edit | edit source]

We have said that verbs that start with a vowel do not accept augmentation; but some verbs add it.

They are the:

  • Έχω > είχα (imp.): I had
  • έρχομαι > ήρθα (aor.): I come > 
  • είμαι > ήμουν (imp.): I am > I was
  • and the verb: υπάρχω > υπήρχα: I exist > I existed 

which accepts an internal increase.

Compound verbs whose preposition is from old Greek, they add an internal increase.


  • δια-γράφω> δι-έ-γραφα, δι-έ-γραψα.

Delete > I deleted

In this case, the last vowel of the intention agrees with the -έ- of the augmentation. From this synergy prevails the -έ- of the increase.

Français : Augmentation des verbes grecs[edit | edit source]

L'augmentation est un préfixe signifiant le passé. On le rencontre normalement à l'indicatif des temps du passé :  imparfait et aoriste.

L'utilisation du préfixe du passé ε- ( e- ), le soi-disant augment, montre une certaine variation et irrégularité entre les classes verbales.

Dans les verbes réguliers du grec le préfixe est utilisé en fonction d'une règle d'accentuation, qui spécifie que chaque forme verbale du passé ;

le préfixe n'est inséré que chaque fois que le verbe aurait autrement moins de trois syllabes.

Dans ces verbes, l'augmentation apparaît toujours comme έ-.

Nous observons que:

  • a) l'augmentation, constitué par la voyelle ε- , ajoute une syllabe devant un verbe à initiale consonantique lorsqu'elle est accentuée

par ex. : le verbe "πιάνω": attraper

έπιανα, έπιανες, έπιανε, έπιαναν

j'attrapais, tu attrapais, il attrapait...

et elle est perdue lorsqu' elle n'est pas accentuée

par ex.

πιάναμε, πιάνατε...( Imperfait)

nous attrapions, vous attrapiez...

  • b) l'augmentation entre lorsque le verbe commence d'une consonne (πιάνω : attraper), mais elle ne s'ajoute pas lorsque le verbe débute d'une voyelle ou d'une diphtongue:

(αυ, ευ  etc.)

  • ιδρύω > ίδρυα :  je fonde > je fondait
  • εύχομαι > ευχόμουν(α) : souhaiter > souhaite
  • αισθάνομαι > αισθανόμουν(α) : je ressens > je ressentais

Pour les verbes composés avec des préfixes adverbiaux, l'augment s'intercale entre la préposition et le verbe.

par ex.

  • καλοπιάνω: cajoler, καλο-έπιανα, καλο-έπιασα

Dans ce cas, l'augmentation est appelée augmentation interne. Plusieurs fois, cette  interne est perdue.

par ex. le verbe : 

καλοέπιανα, καλοέπιασα

on peut aussi dire :

καλόπιανα, καλόπιασα. 


L'augmentation ajoute que à l'indicatif et se perd dans d'autres modes.

Exceptions[edit | edit source]

Un certain nombre de verbes fréquents ont des formes irrégulières impliquant d'autres voyelles, principalement η-

De plus, les verbes de la tradition savante préservent en partie des modèles plus complexes hérités du grec ancien.

a) Les verbes commençant par une consonne :[edit | edit source]

Nous avons dit que les verbes qui commencent par une consonne, ils ajoutent  un - ε- comme augmentation.

Il y a des verbes qui ajoutent -ή- comme augmentation. Voici les:

  • θέλω > ήθελα : je veux> je voulais
  • ξέρω > ήξερα (imp.) :  je sais > je savais ( le verbe n’existe pas à l’aoriste)
  • πίνω > ήπια : je bois, j'ai bu 
  • βρίσκω > έβρισκα ή ήβρα (παλιότερος τύπος)

je trouve> je trouvais ou je trouva (type ancien) 

b) Les verbes commençant par une voyelle :[edit | edit source]

Nous avons dit que les verbes qui commencent par une voyelle n'acceptent pas d'augmentation; mais certains verbes l'ajoute.

Ils sont les:

  • έχω > είχα (imp.) : j'ai > j'avais
  • έρχομαι > ήρθα (aor.) : je viens > je suis venu
  • είμαι > ήμουν (imp.) : je suis > j'étais
  • et le verbe : υπάρχω > υπήρχα :  j'existe > j'existais qui accepte une augmentation interne.

Les verbes composés dont leur préposition est d'ancien grec, ils ajoutent une augmentation interne.

par ex.

  • δια-γράφω > δι-έ-γραφα, δι-έ-γραψα.

Supprimer > je supprimais, j'ai supprimé.

Dans ce cas, la dernière voyelle de l'intention est en accord avec le -έ- de l'augmentation.

De cette synergie prévaut le -έ- de l'augmentation.  

Ελληνικά: Η αύξηση του ρήματος[edit | edit source]

Όταν κλίνεται ένα ρήμα διαπιστώνουμε ότι σε μερικά ρήματα στον παρατατικό και στον αόριστο προστίθεται 

στην αρχή του ρήματος ένα επιπλέον γράμμα το έ, που το ονομάζουμε αύξηση

Από τα παραδείγματα παρατηρούμε ότι η συλλαβική αύξηση

α) μπαίνει μόνο όταν τονίζεται, π.χ. έπιανα, έπιανες, έπιανε, έπιαναν, ενώ χάνεται όταν δεν τονίζεται, π.χ. πιάναμε, πιάνατε.

β) η αύξηση μπαίνει όταν το ρήμα αρχίζει από σύμφωνο (πιάνω), ενώ δεν μπαίνει όταν το ρήμα αρχίζει από φωνήεν ή δίψηφο : 

(αυ, ευ κ.τ.λ.), π.χ. ιδρύω > ίδρυα, εύχομαι > ευχόμουν(α), αισθάνομαι > αισθανόμουν(α).

Όταν όμως το ρήμα είναι σύνθετο (καλοπιάνω) η αύξηση μπαίνει ανάμεσα στο α' και β΄ συνθετικό (καλο-έπιανα, καλο-έπιασα). 

Στην περίπτωση αυτή η αύξηση ονομάζεται εσωτερική αύξηση. Πολλές φορές η εσωτερική αύξηση αυτή χάνεται. για παράδειγμα το ρήμα. 

καλοέπιανα, καλοέπιασα μπορούμε να το πούμε και καλόπιανα, καλόπιασα.

Προσοχή: Η αύξηση μπαίνει μόνο στην οριστική και χάνεται στις άλλες εγκλίσεις.

Εξαιρέσεις[edit | edit source]

α) ρήματα που αρχίζουν από σύμφωνο[edit | edit source]

Ενώ είπαμε ότι τα ρήματα που αρχίζουν από σύμφωνο παίρνουν ένα -έ- ως αύξηση. Υπάρχουν μερικά ρήματα

που παίρνουν -ή- ως αύξηση το. Αυτά είναι τα:

θέλω > ήθελα, ξέρω > ήξερα (παρατατικός, το ρήμα δεν έχει αόριστο) , πίνω > ήπια, βρίσκω > έβρισκα ή ήβρα (παλιότερος τύπος) 

β) ρήματα που αρχίζουν από φωνήεν[edit | edit source]

Ενώ είπαμε ότι τα ρήματα που αρχίζουν από φωνήεν δεν παίρνουν αύξηση, υπάρχουν μερικά ρήματα που παίρνουν.

Αυτά είναι: έχω > είχα, έρχομαι > ήρθα, είμαι > ήμουν και το ρήμα υπάρχω που παίρνει εσωτερική αύξηση: υπάρχω > υπήρχα. 

Εσωτερική αύξηση παίρνουν και τα ρήματα με πρώτο συνθετικό πρόθεση της αρχαίας, π.χ. γράφω > διαγράφω > διέγραφα, διέγραψα.

Στην περίπτωση αυτή το τελευταίο φωνήεν της πρόθεσης συναιρείται με το -έ- της αύξησης.

Από τη συναίρεση αυτή υπερισχύει το -έ- της αύξησης. 

  • Ευγενική χορηγία που στοχεύει να βοηθήσει μαθητές ή μη, απανταχού της Γης, που επιδίδονται στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας!!!
  • Contribution bénévole visant à aider les personnes, partout dans le monde, qui sont engagées dans l'apprentissage de la langue grecque !!!
  • Voluntary contribution aimed at helping people, all over the world, who are committed to learning the Greek language !!!   


Vincent, Marianth and Marianthi

Create a new Lesson