Actions

Ancient-greek-to-1453 Language Ancient-greek-to-1453 Vocabulary: Ancient Greek Etymology

From Polyglot Club WIKI

< Language‎ | Ancient-greek-to-1453‎ | Vocabulary
This lesson can still be improved. EDIT IT NOW! & become VIP
Rate this lesson:
5.00
(2 votes)

D863e35c3e63954c9027923923665c73.jpg

English[edit | edit source]

Etymology (/ˌɛtɪˈmɒlədʒi/) is the study of the history of words. By extension, the etymology of a word means its origin and development throughout history.

The word etymology derives from the Greek word ἐτυμολογία (etumología), itself from ἔτυμον (étumon), meaning "true sense or sense of a truth", and the suffix -logia, denoting "the study of". Etymology is the history of a word or word element, including its origins and derivation.

etymon etymon's meaning derivative derivative's meaning derivative's Modern Greek derivative etymon's Proto-Greek etymon or

Indo-European radical

ἔτυμος true, real, genuine
  1. ἐτυμολογία
  2. ἐτάζω, ἐξετάζω
  3. Ἐτεοκλῆς
  1. etymology
  2. to examine, to test
  3. male given name: Truly-Glorious
-
ἐτεός, ἐτός (only with negative) without reason, in vain οὐκ ἐτός no wonder -
< *ἄϝεθλον  < ἄεθλον  ἆθλον : athlon prize Άθλος : βραβείο prize Άθλος : βραβείο

αθλητισμός > athletics

αθλοπαιδιές >sport

*h₂weh₁- + *-dʰlom
ὠφέλεια  benefit: advantage, profit. χρήσιμο, πλεονεκτικό useful, advantageous ωφέλεια : profit, benefit

ωφέλιμο :  useful, advantageous

*obʰelos < *h₃bʰel-
ἐλεύθω

ἐλεύθω= ἐρχομαι πορεύομαι / ἐρῶ= αγαπώ -> ἔρως

freedom, liberty

ἐλεύθω = arrive, alk / ἐρῶ= love -> ἔρως : eros 

ἐλευθερία freedom ελευθερία : liberty

ελεύθερος : free

απελευθέρωση : liberation

< *h₁lewdʰ-

(UK: /ˈɪərɒs, ˈɛrɒs/, US: /ˈɛrɒs, ˈɛroʊs/;[2] Ancient Greek: Ἔρως, romanized: Érōs, lit. 'Desire' love and sex

Français[edit | edit source]

 L’étymologie est la science qui a pour objet la recherche de l'origine des mots d'une langue donnée, et la reconstitution de l'ascendance de ces mots.

Elle s’appuie sur des lois de la phonétique historique et sur l’évolution sémantique des termes envisagés.

Un étymon est un « mot attesté ou reconstitué qui sert de base à l'étymologie d'un terme donné »

Étymologie est un mot composé et savant issu du grec ancien, ἐτυμολογία / etumología, lui-même formé sur le mot du grec ancien τὸ ἔτυμov, « vrai sens, sens étymologique »,

et sur la base -λογια / -logia, dérivée de λόγος / logos, (« discours, raison »), qui sert à fournir les noms de disciplines. C'est donc, à l'origine, l'étude de la vraie signification d'un mot.

Le mot "liberté" apparaît "malgré la liberté où on veut"; c'est-à-dire "d'aller où on aime/désire".

ἐλεύθω = ἐρχομαι, / ἐρῶ = αγαπώ -> ἔρως

"Liberté" n'est pas, selon l'étymologie du mot de ne pas être esclave, mais en général à faire tout ce qui fait naître l'amour dans ton âme...

Il ne suffit donc pas de ne pas être esclave pour être libre. Vous devez marcher selon ce que l'amour vous cause, c'est-à-dire qu'il vous excite, dérange votre âme, vous conduit à la création et à la transcendance, vous choque ...Vivre une vie de routine et de demi-measures, vous n'êtes pas libre… Conclusion : la langue grecque cache des significations et elle a une base philosophique.

Ελληνικά[edit | edit source]

Ετυμολογία είναι ο επιστημονικός κλάδος της Γλωσσολογίας,  η αναζήτηση του ετύμου των λέξεων, δηλαδή της προέλευσης (πρώτης ρίζας) και της αρχικής τους σημασίας, το αποτέλεσμα και η δημοσιοποίηση της διερεύνησης της καταγωγής, της προέλευσης, της πορείας και της εξέλιξης μιας λέξης μέσα στο χρόνο. Ξεκινά από την σημερινή κατάσταση της λέξης και ανατρέχει μέχρι όπου είναι δυνατό να προχωρήσει στο παρελθόν, βασιζόμενη στους φωνητικούς και στους σημασιολογικούς κανόνες.  Ειδικότερα, μελετά την προέλευση των λέξεων αλλά και την πιθανή γενετική συγγένειά τους με αντίστοιχους τύπους των γλωσσών κοινής καταγωγής, με σκοπό την αναγωγή στον αρχικό τύπο (ρίζα, θέμα κλπ.) και στην αρχική σημασία κάθε λέξης.

Η λέξη "ετυμολογία" απαντάται στην αρχαία ελληνική γλώσσα ως ἐτυμολογία ἔτυμον, “‘αληθινή έννοια’” + -λογία, “‘μελέτη της ’”, από την λέξη λόγος>

Ελευθερία [edit | edit source]

ἐλευθερία < ἐλεύθερος

ἐλεύθερος < *h₁lewdʰ-. Συγγενές με τα (λατινικά) liber, (σανσκριτικά) रोधति (rodhati) κ.ά. Ομόρριζο με το ἐλεύσομαι, μέλλοντα του ἔρχομαι 

Η λέξη «ἐλευθερία» προκύπτει «παρά τό ἐλεύθειν ὅπου ἐρᾶ τίς», δηλαδή «να πηγαίνει κάποιος εκεί όπου αγαπάει/επιθυμεί».

ἐλεύθω= ἐρχομαι, πορεύομαι / ἐρῶ= αγαπώ -> ἔρως

«Ελευθερία» λοιπόν δεν είναι, σύμφωνα με την ετυμολογία της λέξεως, το να μην είσαι σκλάβος ή δούλος, αλλά το να πράττεις εν γένει σύμφωνα με ό,τι σου γεννά έρωτα στην ψυχή σου…

Δεν αρκεί επομένως να μην είσαι υπόδουλος για να είσαι ελεύθερος. Πρέπει να βαδίζεις σύμφωνα με ό,τι έρωτα σου προκαλεί, δηλαδή σε ενθουσιάζει, ταράζει την ψυχή σου, σε οδηγεί στην δημιουργία και την υπέρβαση, σε συγκλονίζει… Ζώντας μία ζωή ρουτίνας και ημιμέτρων, ελεύθερος δεν είσαι… Πόρισμα: η ελληνική γλώσσα κρύβει νοήματα και έχει και φιλοσοφικό υπόβαθρο 

https://etymologia.gr/etymologia/%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B1/

 

  • Ευγενική χορηγία που στοχεύει να βοηθήσει μαθητές ή μη, απανταχού της Γης, που επιδίδονται στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας!
  • Contribution bénévole visant à aider les personnes, partout dans le monde, qui sont engagées dans l'apprentissage de la langue grecque !
  • Voluntary contribution aimed at helping people, all over the world, who are committed to learning the Greek language!  

Contributors

GrimPixel, Marianth and Vincent


Create a new Lesson